
Η μυρωδιά από κεφτέδες έχει γεμίσει το σπίτι. Η μάνα τηγανίζει και γεμίζει ταπεράκια. Πρώτα έκανε πατάτες τηγανητές χρυσές, κολοκυθάκια, μελιτζάνες, πιπεριές. Τώρα τους κεφτέδες, ακόμα καυτούς, τους τυλίγει σε λαδόκολλα. Μετά θα γεμίσει τις τσάντες και θα πάμε οικογενειακώς στο Σχοινιά. Με το σκαραβαίο.
Ο σκαραβαίος ο πορτοκαλί γουργουρίζει στην παραλιακή. Τα παράθυρα κατεβασμένα, η ζέστη μπαίνει μέσα μαζί με τη μυρωδιά από τα τηγανητά. Ο πατέρας οδηγεί με το ένα χέρι, στο άλλο το τσιγάρο έξω από το παράθυρο. Στο πίσω κάθισμα εγώ με τα ξαδέρφια μου στριμωγμένοι ανάμεσα σε ψάθες, ομπρέλες και το ψυγειάκι με τα αναψυκτικά. Το ραδιόφωνο παίζει λαϊκά και η μάνα από μπροστά γυρνάει κάθε τόσο: «Μη ρίξετε τα ταπεράκια!»
Φτάνουμε και πιάνουμε τη γνωστή θέση. Αυτή με τη σκιά από το αρμυρίκι που κρατάει όλη μέρα. Ο πατέρας παλεύει με την ομπρέλα που δεν λέει να στηθεί, ο θείος σκάβει με το φτυαράκι για να τη χώσει πιο βαθιά. Απλώνετε τις κουβέρτες, τις ψάθες, και η άμμος κολλάει παντού. Η θάλασσα λάδι.
Πρώτη βουτιά όλοι μαζί πριν το φαγητό, με το ζόρι μετά από ώρα βγαίνουμε τρέμοντας και σκουπιζόμαστε με τις πετσέτες που μυρίζουν ήλιο και αλάτι και τότε η μάνα ανοίγει το ψυγειάκι. Βγαίνουν ένα ένα τα ταπεράκια. Οι πατάτες, τα κολοκυθάκια, οι μελιτζάνες, οι πιπεριές και οι κεφτέδες, ακόμα χλιαροί. Φέτα κομμένη με το χέρι, ντομάτα από τον κήπο του παππού, ψωμί που το σπάμε στη μέση. Τα δάχτυλα λαδωμένα, το αλάτι από τη θάλασσα ανακατεύεται με το αλάτι από τις πατάτες.
Ο πατέρας ανοίγει την μπύρα, η μάνα γεμίζει τα πιάτα τα πλαστικά και φωνάζει: «Φάτε παιδιά μου , η θάλασσα ανοίγει την όρεξη». Ο θείος λέει τα ίδια ανέκδοτα κάθε χρόνο και γελάμε όλοι, ακόμα κι ας τα ξέρουμε απέξω.
Μετά φαγητό, ραστώνη. Οι μεγάλοι παίζουν τάβλι και μετά κάτω από το αρμυρίκι τον πιο γλυκο ύπνο. Εμείς φτιάχνουμε κάστρα, θάβουμε ο ένας τον άλλον στην άμμο, τρέχουμε για παγωτό ξυλάκι στο καντίνα. Το απόγευμα η θάλασσα αγριεύει λίγο και βγάζει φύκια, και αρχίζουνε να μαζεύουμε τα πράγματά μας.
Πριν φύγουμε, τελευταία βουτιά με τον ήλιο να πέφτει πίσω από το νησί των κλεφτών. Στο δρόμο της επιστροφής χαλαροί και ευτυχισμένοι κοιμόμαστε όλοι στο αμάξι, εκτός από τον πατέρα. Ο σκαραβαίος μυρίζει ακόμα κεφτέδες, αντηλιακό και θάλασσα.
Έτσι ήταν τα καλοκαίρια μας απλά και ευτυχισμένα!
Άννα Δανάλη
0 Σχόλια