ΕΠΙΦΥΣΗ: ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΕΣ ΣΥΓΚΑΛΥΨΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ





Η επίφυση είναι ένας μικρός ενδοκρινής αδένας του σώματος που σχηματικά θυμίζει κουκουνάρι, λόγος για τον οποίον η Θεία Ελληνική γλώσσα τον ονόμασε «κωνάριον», και πρόκειται για την μόνη περιοχή του σώματος που διαθέτει φωτοευαίσθητα κύτταρα, δίνοντας της προηγμένες ικανότητες.
Η επίφυση έχει το μέγεθος περίπου ενός μπιζελιού, βρίσκεται τοποθετημένη σε κάποιον θύλακα ανάμεσα στα ημισφαίρια του εγκεφάλου και οι λειτουργίες της είναι πολύ σημαντικές ως προς την μεγάλη επιρροή που έχουν σε πολλά όργανα και αδένες του σώματος, αλλά και σε πολλές άλλες λειτουργίες του ανθρώπινου σώματος που δυστυχώς είναι ακόμη άγνωστες και αποτελούν αντικείμενο έρευνας.



ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΜΕΛΑΤΟΝΙΝΗΣ
Το κωνάριο,
ο ενδοκρινής αυτός αδένας, παράγει την ορμόνη μελατονίνη (με μετατροπή της σεροτονίνης) κατ” αναλογία με την ποσότητα του φωτός που δέχονται τα φωτοευαίσθητα κύτταρά του. Ανάλογα δε με την παραγωγή αυτών και την ποσότητα τους, οι υπόλοιποι ενδοκρινείς αδένες λαμβάνουν χημικά σήματα που αφορούν στην λειτουργία τους.
Η μελατονίνη φαίνεται ότι είναι ένας γενικός αντιοξειδωτικός παράγοντας, που έχει δράση σε όλα τα κύτταρα του οργανισμού. Συμμετέχει στη ρύθμιση του ανοσοποιητικού συστήματος εμφανίζοντας ανοσοενισχυτική δράση, επηρεάζει στον άνθρωπο την διαμόρφωση ύπνου/εγρήγορσης, τις εποχιακές λειτουργίες του,
ρυθμίζει τον κιρκάδιο ρυθμός και τον βιορυθμό του.

Σημειώνεται, ότι η μελατονίνη παράγεται μεν στην υπόφυση, αλλά η έκκριση της αρχίζει όταν υπάρχει σκοτάδι, δηλαδή όταν κοιμόμαστε, πράγμα που μας επαναλαμβάνει την ιδιαίτερη σημασία του ύπνου. Στα παιδιά και τους νέους η παραγωγή της μελατονίνης αυξάνεται κατά τη διάρκεια της νύχτας κατά 12 φορές, στους ενήλικες κατά 3 φορές, ενώ με το πέρασμα των χρόνων ελαττώνεται η παραγωγή της


ΕΠΙΦΥΣΗ. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ – ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Η επίφυση είναι καλυμμένη εξωτερικά με ένα κοκκώδες στρώμα, σαν ένα στρώμα άμμου, αποτελούμενη από εκατοντάδες εξαιρετικά μικρούς αμμόκοκκους, ενώ εσωτερικά αποτελείται εν μέρει από μια κιτρινίζουσα ή χρυσίζουσα ακτινοβόλο ουσία της οποίας οι κόκκοι είναι μεγαλύτεροι απ” αυτούς στην εξωτερική επιφάνεια.
Στα πολύ μικρά παιδιά δεν υπάρχει άμμος στην επιφάνεια της επίφυσης. Κατά την ανάπτυξη, δηλαδή μεταξύ παιδικής ηλικίας και ωριμότητας ο αριθμός των κοκκιδίων αυξάνει σταθερά μέχρι κάποια ηλικία, οπότε και πάλι εξαφανίζονται. Οι φυσιολόγοι έχουν διαπιστώσει ότι αυτά τα κοκκίδια έχουν μια πολύ σημαντική λειτουργία στο σύστημα της επίφυσης και ότι βρίσκονται σε στενή σχέση με τη δραστηριότητα της σκέψης, της νοημοσύνης και της μνήμης ενός ανθρώπου.


Οι χρυσίζοντες κόκκοι μέσα και έξω από την επίφυση, μπορούν να συγκριθούν με πολύ μικρούς πολύτιμους λίθους και διαθέτουν μια εκπληκτική ικανότητα. Όταν δραστηριοποιείται η σκέψη στον εγκέφαλο (με ένα περιστατικό, μια παρατήρηση, μια εμπειρία), τότε συλλαμβάνεται αυτή από έναν από τους εξωτερικούς κρυστάλλους της επίφυσης, εμπεδώνεται και αντανακλάται προς τα μέσα. Συγχρόνως όμως, ο κρύσταλλος στέλνει αυτό που δέχθηκε (την σκεπτο-εικόνα), ξανά πίσω προς διάφορες κατευθύνσεις.
Η επίφυση, αυτός ο μικρός αδένας – που είναι ομοίως σχεδόν καλυμμένος με αναρίθμητους μικρούς οφθαλμούς οι οποίοι συλλαμβάνουν σκέψεις, τις εμπεδώνουν, τις αντανακλούν και τις ακτινοβολούν – έχει μια πολύ μεγάλη ακτίνα δράσης.
Τα κοκκίδια μέσα στην επίφυση είναι κρύσταλλοι οι οποίοι έχουν σχέση με την κληρονομημένη αλλά και την καρμική κατάσταση του ανθρώπου. Έτσι στην επίφυση μπορούν να ασκούν επιρροή τόσο οι κληρονομικοί, όσο και οι «καρμικοί» παράγοντες. Όλα μαζί, καθορίζουν τη φύση της επίφυσης σαν όργανο αντίληψης και αφομοίωσης

ΔΕΙΤΕ ΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια